ΑρχικήΕιδήσειςΒοιωτίαΓιώργος Πέππας: Η ανοχή στην εγκληματικότητα δεν είναι αρετή

ΘΗΒΑ

#TAGS: Γιώργος Πέππας 

(copyright: Pixabay)

Γιώργος Πέππας: Η ανοχή στην εγκληματικότητα δεν είναι αρετή

Γιώργος Πέππας: Η ανοχή στην εγκληματικότητα δεν είναι αρετή

Γράφει ο Γιώργος Πέππας, δημοσιογράφος και πολιτικός επιστήμονας

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2026

Γιώργος Πέππας

Σε καθημερινή σχεδόν βάση διαβάζει κανείς για νέα περιστατικά νεανικής, ανήλικης, εγκληματικότητας, που ήταν ανήκουστα στο παρελθόν, ή για συλλήψεις που αφορούνσαν κλοπές, διαρρήξεις, ναρκωτικά, κ.ο.κ., και πολλοί επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα αυτά με μια μοντέρνα, «προοδευτική» και «ανθρώπινη» ματιά.

Αναφορικά με την εγκληματικότητα των ανηλίκων, η οποία φαίνεται να μην έχει προηγούμενο στη σύγχρονη εποχή της χώρας μας, ακούει ή διαβάζει κανείς πως υπάρχει ανάγκη για «ειδικούς», για παιδοψυχολόγους, για κοινωνιολόγους, για «μοντέρνες παρεμβάσεις», ούτως ώστε να κατανοηθεί το πρόβλημα, να φτάσει κανείς στην ρίζα του, και να το σταματήσει, «με αγάπη, στοργή και ανθρωπιά», ή ενδέχεται να ακούει κανείς για την φτώχεια της εποχής μας, ως τον κύριο παράγοντα των παραπάνω, κ.ο.κ.. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί πως στο παρελθόν, όπου οι προηγούμενες γενιές ήταν ιδιαίτερα πιο φτωχές, τέτοια περιστατικά σε τόσο μεγάλη κλίμακα ήταν ανήκουστα, ενώ ουδείς μιλάει, από όσο γνωρίζω, για το ρόλο της διάλυσης, που γίνεται συνειδητά και ασυνείδητα, της παραδοσιακής οικογένειας, αλλά και εν γένει της ταυτόχρονης διάλυσης και καθαίρεσης κάθε μορφής εξουσίας στην κοινωνία μας.

Στο παρελθόν τα παιδιά έρχονταν αντιμέτωπα σε κάθε πτυχή της ζωής τους με ενήλικες, που ουκ ολίγες φορείς ήταν μορφές εξουσίας, οι γονείς, οι καθηγητές, οι αστυνομικοί, οι ιερείς, ενήλικες που σε έναν βαθμό είχαν ελάχιστη ανοχή σε παραβατικές ή αντικοινωνικές συμπεριφορές, όμως σήμερα οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί, με τους περισσότερους εκ των προαναφερόμενων να έχουν απωλέσει πλήρως οποιαδήποτε εξουσία είχαν στην κοινωνία, είτε εθελούσια είτε μέσα από την «πρόοδο» της κοινωνίας μας, ενώ οι καθηγητές και οι γονείς πολλές φορές βρίσκονται στο έλεος των παιδιών, δίχως να μπορούν ή και να θέλουν να τα τιθασεύσουν, με τους περισσότερους να μην παρεμβαίνουν όταν βλέπουν ανήλικα παιδιά να παρεκτρέπονται, να την ίδια στιγμή που οι κοινωνικές νόρμες, η ηθική και οι αξίες της κοινωνίας μας, καταρρέουν «θριαμβευτικά» μέσα στην επαναστατική φρενίτιδα της «προόδου». Τοιουτοτρόπως, συμπεριφορές και καταστάσεις που αν είχαν αντιμετωπιστεί αμέσως θα είχαν λυθεί, αφήνονται στο έλεος του Θεού, με πολλές φορές να αντιμετωπίζονται από το κράτος, κυρίως λόγω υποχρέωσης και όχι θέλησης, όταν ήδη είναι αργά, με όλους τους αρμόδιους να «πετάνε το μπαλάκι» των ευθυνών ο ένας προς τον άλλον.

Μέσα σε όλο αυτό το χαοτικό κυκεώνα, έρχεται και η «προοδευτική» αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, που θεωρεί την καταστολή, τις αποτρεπτικές πολιτικές και τις σκληρές ποινές, «απαρχαιωμένες» ιδέες, που «δεν ανήκουν στον 21ο αιώνα». Μια μοντέρνα κοινωνία, θα πουν, δεν χρειάζεται αστυνομικούς, φυλακές και σκληρές ποινές, αλλά κοινωνιολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, αγάπη, κατανόηση, και αδελφικότητα. Ελάχιστη σημασία έχει το αν αυτά λειτουργούν στην πάταξη ή την αποτροπή της εγκληματικότητας, καθώς σημασία έχει η ιδεολογική «νίκη», και όχι η βελτίωση της κατάστασης που επικρατεί. Όλοι σήμερα βαπτίζονται «θύματα», της κοινωνίας, του κράτους, του κατεστημένου, ανεξαρτήτως του αν είναι θύματα ή θύτες, ενώ ανά διαστήματα διαβάζει κανείς πως έλαβε χώρα ένα σοκαριστικό έγκλημα, με τον θύτη να έχει συλληφθεί ήδη πάρα πολλές φορές, για άλλα εγκλήματα ή παραβάσεις, αλλά να έχει αφεθεί πάλι ελεύθερος, να τρομοκρατεί την κοινωνία. Δημιουργείται διαρκώς η αίσθηση πως η κοινωνία όχι μόνο δεν τονίζει με τον πιο δυνατό τρόπο πως δεν θα ανεχτεί την εγκληματικότητα, αλλά ζητάει έλεος και οίκτο από τους εγκληματίες, θεωρώντας πως αν τους ανεχτεί θα μετανοήσουν στο δρόμο πως την Δαμασκό, μονάχα για να ανακαλύψουν πως όσο περισσότερο ανεχόμαστε τους εγκληματίες, τόσο περισσότερο αποθρασύνονται, και τόσο περισσότεροι υποφέρουν οι νομοταγείς πολίτες.

Που θα βρεθεί η πολιτική βούληση για να αλλάξει η κατάσταση;